3/9/13

Αντίο Δάσκαλε...

Σήμερα  το  ιστολόγιο  πενθεί. Ας  του  επιτραπεί  λοιπόν  ένα  μικρό  συναισθηματικό  ξέσπασμα...

Καμιά  εικοσαριά  χρόνια  πριν,  τρεις  φοιτητές,  ο  Η,  ο  Σ  και  ο  Β (αυτός  είμαι  εγώ),  περιμένουν  κάποιο  πρωί  την  έναρξη  ενός  από  τα  εργαστηριακά  μαθήματα  που  αφορούσαν  στα  "Εργαστήρια  Ηλεκτρομαγνητισμού",  του  δεύτερου  έτους  του  προγράμματος  σπουδών  του  τμήματος  Φυσικής  του  Παν/μίου  Ιωαννίνων.  Υπήρχε  διάχυτη  μια  σχετική  ανησυχία  στην  αίθουσα,  καθώς  ο  διδάσκων,  ο  Περικλής  Τσέκερης  θα  επέστρεφε  στους  φοιτητές  τις  εργασίες  από  το  προηγούμενο  μάθημα  που  αφορούσαν - μεταξύ  άλλων -  στα σχήματα  Lissajous.

Η  δυσκολία - υποτίθεται - της  άσκησης,  είχε  σαν  αποτέλεσμα  οι  περισσότερες  ομάδες  να  έχουν  παραδώσει  άθλιες  εργασίες.  Από  το  συνδυασμό  αυτής  της ... αθλιότητας,  με  την  αυστηρότητα  του  Καθηγητή  Τσέκερη,  προοιωνίζονταν... εκρηκτικές  εξελίξεις.

 Ο  Καθηγητής  είχε  μια  φοβερή  συνήθεια  όταν  διόρθωνε  εργασίες:  κάθε  λάθος  βαθμολογείτο  επιτόπου.  Η ... ταρίφα  ήταν  -1  για  τα  μικρά  λάθη,  -2  για  τα  μέτρια  και  -3  για  τα  μεγάλα.  (Υπήρξε  ομάδα  που  ισχυρίστηκε  ότι  σε  γραπτό  της  εμφανίστηκε  το  σκορ  ρεκόρ  για  μεμονωμένο  λάθος:  -4  !  Η  πληροφορία  όμως  δεν  έχει  επιβεβαιωθεί).  Το  συνολικό  σκορ  λαθών  προστίθετο  στο  10 (άριστα)  και  έτσι  προέκυπτε  ο  βαθμός  του  γραπτού.  Πολλές  ομάδες  εκείνο  το  πρωί  αναρωτιούνταν  αν  ο  τελικός  βαθμός  μιας  εργασίας  μπορούσε  να  είναι  αρνητικός!

Τα  λεπτά  κύλησαν  και  ο  καθηγητής  κατέφτασε  στην  αίθουσα,  με  τις  εργασίες  ανά  χείρας  και  ένα  ύφος  που  σαφώς  εμπεριείχε  θυμό  αλλά και  λύπη. Ήταν  προφανές  ότι  ήταν  απογοητευμένος.   Οι  εργασίες  μοιράστηκαν  στις  ομάδες.  Οι  βαθμοί  ήταν  όλοι  μεταξύ  2  και  3  (με  άριστα  το  10).  Αντί  του  αρνητικού  τελικού  βαθμού,  ο  καθηγητής  Τσέκερης  είχε  προτιμήσει,  μια  και  δεν  βρήκε  ούτε  μια  εργασία  της  προκοπής,  να  βαθμολογήσει  τα  γραπτά  με  2  ή  3  και  την  επισήμανση  "επιεικώς"  κάτω  από  το βαθμό!  Η  απάντηση  είχε  δοθεί:  αρνητικός  βαθμός  δεν  μπορούσε  να  υπάρξει ... μάλλον !

Η  ομάδα  μας  πήρε  και  αυτή  την  εργασία  της.  Είχαμε  πάρει  "3 επιεικώς"  αν  και  μας  άξιζε  σίγουρα  ένα  -15!  Αρχίζουμε  λοιπόν  να  ξεφυλλίζουμε  την  εργασία  για  να  δούμε  τα  λάθη  μας.  Και  ο  Η  ανακαλύπτει  κάπου  ότι  ο  Καθηγητής  είχε  αδίκως  διορθώσει  (με  -2)  κάτι  που  είχαμε  γράψει.  Αφού  το  εξετάσαμε  και  οι  τρεις  και  συμφωνήσαμε  πως  ό,τι  είχαμε  γράψει  σε  εκείνο  το  σημείο  ήταν  σωστό,  ο  Η  λέει  αποφασιστικά :  "Θα  πάω  να  του  το  πω".  Μάταια  παλέψαμε  να  τον  συγκρατήσουμε  εγώ  και  ο  Σ.  Το  φλογερό  ταμπεραμέντο  του  Η  και  το  γεγονός  ότι  ο  ίδιος  ήταν  ο  συγγραφέας  της επίμαχης  παραγράφου,  τον  οδήγησαν  ταχύτατα μπροστά  στον  Καθηγητή.  Ο  Η  εξήγησε  στον  Καθηγητή  την  ένστασή  του/μας.  Εκείνος  πήρε  την  κόλλα.  Μελέτησε  ξανά  με  μεγάλη  προσοχή  το  κείμενό  μας  σε  εκείνο  το  σημείο,  έσβησε  τη  σημείωση  με  το  "-2",  είπε : "σας  ζητώ  συγνώμη,  έχετε  δίκιο" και  έδωσε  την  εργασία  πίσω  στον  Η.  Εκείνος  όμως  ήταν  αποφασισμένος  να  το ... χοντρύνει:  "Μα  κύριε  Τσέκερη  δεν  θα  διορθώσετε  και  το  συνολικό  βαθμό" ;  (Εκείνη  τη  στιγμή,  εγώ,  σε  πλήρη - είμαι  βέβαιος - συμφωνία  με  τον  Σ,  κατάλαβα  το  νόημα  της  φράσης  "μου  κόβονται  τα  πόδια")!  Ο  Καθηγητής  απαντά : "Α,  ναι"!  Ξαναπαίρνει  την  κόλλα  λοιπόν  και  ... επανοπλίζει  το  κόκκινο  στυλό.  Ο  Η  αρχίζει  να  χαμογελά!  Εγώ,  ο  Σ  και  κάποιοι  φοιτητές  γύρω  που  παρακολουθούν,  μένουμε  με  το  στόμα  ανοιχτό.  Ο  Καθηγητής  λοιπόν,  με  ηρεμία,  διαγράφει  τη  λέξη  "επιεικώς"  και  επιστρέφει  την  κόλλα  στον  Η  που  την  παίρνει  αμήχανος  και  απορημένος.  Οι  δε  υπόλοιποι  που  παρακολουθούμε,  ξεσπάμε  σε  ασυγκράτητο  γέλιο.

Τα  χρόνια  πέρασαν.  Ο  Β  εργαζόταν  στην  Εθνική  Τράπεζα  της  Ελλάδος,  στο  κεντρικό  Κατάστημα  των  Ιωαννίνων,  στην  Αβέρωφ  4.  Ο  Καθηγητής,  ερχόταν  εκεί  κάθε  μήνα  για  να  εισπράξει  με  εξουσιοδότηση  τη  σύνταξη  της  μητέρας  του,  που  δεν  ήταν  σε  θέση  να  έρθει  η   ίδια.  Μια  φορά  λοιπόν,  είχα  λίγο  χρόνο  διαθέσιμο  και  φέρθηκα  σαν  ... κλασικός  νεοέλληνας.  Εξυπηρέτησα  τον  Καθηγητή  ξεχωριστά  κατά  παράβαση  της  σειράς.  Ειλικρινά,  δεν  το  συνήθιζα,  ο  σεβασμός  όμως  στο  πρόσωπο  του  Δασκάλου  μου  ήταν  μεγάλος.  Αυτός  πήρε  τα  χρήματα  και  τα  παραστατικά  και  μου  είπε με  εκείνη  τη  μπάσα  μακρόσυρτη  φωνή  του :  "Βασίλη  σε  ευχαριστώ  πολύ.  Αλλά,  σε  παρακαλώ  μην  το  ξανακάνεις  αυτό.  Δεν  υπάρχει  ανάγκη.  Εγώ  μπορώ  να  περιμένω,  έχω  χρόνο.  Να  με  αφήνεις  να  περιμένω  μέχρι  να  έρθει  η  σειρά  μου".

Λίγους  μήνες  μετά,  άρχισα  να  εργάζομαι  σχεδόν  αποκλειστικά  στο  ταμείο  του  Καταστήματος.  Ο  Καθηγητής  συνέχιζε  να  έρχεται  κάθε  μήνα,  έκοβε το  χαρτάκι  του  και  προσπαθούσε,  όταν  ερχόταν  η  σειρά  του  πάντα,  να  έρθει  στο  δικό  μου  πόστο  αν  ήταν  δυνατόν,  για  να  μιλήσουμε.  Αρκετό  καιρό  μετά,  ήρθε  και  πάλι  στο  ταμείο  6.  "Καλημέρα  κύριε  Καθηγητά.  Τι  κάνετε;  Ήρθατε  για  τη  σύνταξη  της  μητέρας  σας΄",  του  λέω.  Και  έρχεται  η  απάντηση,  ακόμα  πιο  μπάσα  και  πιο  μακρόσυρτη  από  ότι  συνήθως:  "Βασίλη,  η  μητέρα  μου  πέθανε.  Και  να  σου  πω  την  αλήθεια,  μου  έχει  στοιχίσει  πολύ.  Δεν  είναι  σωστό  να  το  λέω,  έφτασα  60  χρονών  και  είχα  ακόμα  τη  μητέρα  μου.  Άλλοι  μένουν  ορφανοί  από  μωρά  παιδιά.  Είναι  ντροπή  να  αισθάνομαι  έτσι.  Αλλά,  όπως  και  να  το  κάνεις,  όταν  τραβάς  τις  ρίζες  πονάνε".

Εχθές  το  απόγευμα,  ο  δικός  μου  πρώην  μαθητής  Ν,  φοιτητής  σήμερα  ο  ίδιος  στο  Τμήμα  Φυσικής  του  Πανεπιστημίου  Ιωαννίνων, γνωρίζοντας  τα  αισθήματα  που  έτρεφα  για  τον  Καθηγητή  Τσέκερη,  με  πήρε  τηλέφωνο  για  να  μου  αναγγείλει  το  δυσάρεστο  νέο.  Ο Καθηγητής  έφυγε  από  τη  ζωή  προχθές,  1η  σεπτεμβρίου  του  2013  σε  ηλικία  66 ετών.
Ο  μαύρος  καβαλάρης  δεν  τον  άφησε  να  περιμένει  να  έρθει  η  σειρά  του...

Είμαι  κι  εγώ  από  τους  τυχερούς,  όπως  ο  Καθηγητής.   Είμαι  πια  40  και  έχω   τους  γονείς  μου.  Έχω  ακόμα  και  έναν  παππού  εν  ζωή.  Δεν  έχω  νιώσει  τη  γονεϊκή  απώλεια.  Από  το  χθεσινό  απόγευμα  όμως,  νιώθω   κι  εγώ  τις  ρίζες  από  ένα  κομμάτι  της  ψυχής  μου,  να  τραβιούνται.  Και  πονάει  πολύ.

Δάσκαλε,  καλό  σου  ταξίδι.

http://www.physics.uoi.gr/atomol/
http://www.physics.uoi.gr/home/?q=el/node/106

15/6/13

Περυσινή ανάρτηση... Δυστυχώς πιο επίκαιρη, παρά τον ένα χρόνο ενήλικης ζωής...

Σαν σήμερα πριν δεκαοκτώ χρόνια ο Μάνος Χατζιδάκις μας αποχαιρέτησε - ως φυσική προυσία - για πάντα.  Άφησε πίσω του τραγούδια και κείμενα. Όπως αυτό που ακολουθεί.

«Ο νεοναζισμός, ο φασισμός, ο ρατσισμός και κάθε αντικοινωνικό και αντιανθρώπινο φαινόμενο συμπεριφοράς δεν προέρχεται από ιδεολογία, δεν περιέχει ιδεολογία, δεν συνθέτει ιδεολογία. Είναι η μεγεθυμένη έκφραση-εκδήλωση του κτήνους που περιέχουμε μέσα μας χωρίς εμπόδιο στην ανάπτυξή του, όταν κοινωνικές ή πολιτικές συγκυρίες συντελούν, βοηθούν, ενυσχύουν τη βάρβαρη και αντιανθρώπινη παρουσία του.
Η μόνη αντιβίωση για την καταπολέμηση του κτήνους που περιέχουμε είναι η Παιδεία. Η αληθινή παιδεία και όχι η ανεύθυνη εκπαίδευση και η πληροφορία χωρίς κρίση και χωρίς ανήσυχη αμφισβητούμενη συμπερασματολογία. Αυτή η παιδεία που δεν εφησυχάζει ούτε δημιουργεί αυταρέσκεια στον σπουδάζοντα, αλλά πολλαπλασιάζει τα ερωτήματα και την ανασφάλεια. Όμως μια τέτοια παιδεία δεν ευνοείται από τις πολιτικές παρατάξεις και από όλες τις κυβερνήσεις, διότι κατασκευάζει ελεύθερους και ανυπότακτους πολίτες μη χρήσιμους για το ευτελές παιχνίδι των κομμάτων και της πολιτικής. Κι αποτελεί πολιτική «παράδοση» η πεποίθηση πως τα κτήνη, με κατάλληλη τακτική και αντιμετώπιση, καθοδηγούνται, τιθασεύονται.
Ενώ τα πουλιά... Για τα πουλιά, μόνον οι δολοφόνοι, οι άθλιοι κυνηγοί αρμόζουν, με τις «ευγενικές παντός έθνους παραδόσεις». Κι είναι φορές που το κτήνος πολλαπλασιαζόμενο κάτω από συγκυρίες και  με τη μορφή «λαϊκών αιτημάτων και διεκδικήσεων» σχηματίζει φαινόμενα λοιμώδους νόσου που προσβάλλει μεγάλες ανθρώπινες μάζες και επιβάλλει θανατηφόρες επιδημίες.
Πρόσφατη περίπτωση ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Μόνο που ο πόλεμος αυτός μας δημιούργησε για ένα διάστημα μιαν αρκετά μεγάλη πλάνη, μιαν ψευδαίσθηση. Πιστέψαμε όλοι μας πως σ' αυτό τον πόλεμο η Δημοκρατία πολέμησε το φασισμό και τον νίκησε. Σκεφθείτε: η «Δημοκρατία», εμείς με τον Μεταξά κυβερνήτη και σύμμαχο τον Στάλιν, πολεμήσαμε το ναζισμό, σαν ιδεολογία άσχετη από μας τους ίδιους. Και τον... νικήσαμε. Τι ουτοπία και τι θράσος. Αγνοώντας πως απαλλασσόμενοι από την ευθύνη του κτηνώδους μέρους του εαυτού μας και τοποθετώντας το σε μια άλλη εθνότητα υποταγμένη ολοκληρωτικά σ' αυτό, δεν νικούσαμε κανένα φασισμό αλλά απλώς μιαν άλλη εθνότητα επικίνδυνη που επιθυμούσε να μας υποτάξει.
Ένας πόλεμος σαν τόσους άλλους από επικίνδυνους ανόητους σε άλλους ανόητους, περιστασιακά ακίνδυνους. Και φυσικά όλα τα περί «Ελευθερίας», «Δημοκρατίας», και «λίκνων πνευματικών και μη», για τις απαίδευτες στήλες των εφημερίδων και τους αφελείς αναγνώστες. Ποτέ δεν θα νικήσει η Ελευθερία, αφού τη στηρίζουν και τη μεταφέρουν άνθρωποι, που εννοούν να μεταβιβάζουν τις δικές τους ευθύνες στους άλλους.
(Κάτι σαν την ηθική των γερόντων χριστιανών. Το καλό και το κακό έξω από μας. Στον Χριστό και τον διάβολο. Κι ένας Θεός που συγχωρεί τις αδυναμίες μας εφόσον κι όταν τον θυμηθούμε μες στην ανευθυνότητα του βίου μας. Επιδιώκοντας πάντα να εξασφαλίσουμε τη μετά θάνατον εξακολουθητική παρουσία μας. Αδυνατώντας να συλλάβουμε την έννοια της απουσίας μας. Το ότι μπορεί να υπάρχει ο κόσμος δίχως εμάς και δίχως τον Καντιώτη τον Φλωρίνης).
Δεν θέλω να επεκταθώ. Φοβάμαι πως δεν έχω τα εφόδια για μια θεωρητική ανάπτυξη, ούτε την κατάλληλη γλώσσα για τις απαιτήσεις του όλου θέματος. Όμως το θέμα με καίει. Και πριν πολλά χρόνια επιχείρησα να το αποσαφηνίσω μέσα μου. Σήμερα ξέρω πως διέβλεπα με την ευαισθησία μου τις εξελίξεις και την επανεμφάνιση του τέρατος. Και δεν εννοούσα να συνηθίσω την ολοένα αυξανόμενη παρουσία του. Πάντα εννοώ να τρομάζω.
Ο νεοναζισμός δεν είναι οι άλλοι. Οι μισητοί δολοφόνοι, που βρίσκουν όμως κατανόηση από τις διωκτικές αρχές λόγω μιας περίεργης αλλά όχι και ανεξήγητης συγγενικής ομοιότητος. Που τους έχουν συνηθίσει οι αρχές και οι κυβερνήσεις σαν μια πολιτική προέκτασή τους ή σαν μια επιτρεπτή αντίθεση, δίχως ιδιαίτερη σημασία που να προκαλεί ανησυχία. (Τελευταία διάβασα πως στην Πάτρα, απέναντι στο αστυνομικό τμήμα άνοιξε τα γραφεία του ένα νεοναζιστικό κόμμα. Καμιά ανησυχία ούτε για τους φασίστες, ούτε για τους αστυνομικούς. Ούτε φυσικά για τους περιοίκους).
Ο εθνικισμός είναι κι αυτός νεοναζισμός. Τα κουρεμένα κεφάλια των στρατιωτών, έστω και παρά τη θέλησή τους, ευνοούν την έξοδο της σκέψης και της κρίσης, ώστε να υποτάσσονται και να γίνονται κατάλληλοι για την αποδοχή διαταγών και κατευθύνσεων προς κάποιο θάνατο. Δικόν τους ή των άλλων. Η εμπειρία μου διδάσκει πως η αληθινή σκέψη, ο προβληματισμός οφείλει κάπου να σταματά. Δεν συμφέρει. Γι' αυτό και σταματώ. Ο ερασιτεχνισμός μου στην επικέντρωση κι ανάπτυξη του θέματος κινδυνεύει να γίνει ευάλωτος από τους εχθρούς. Όμως οφείλω να διακηρύξω το πάθος μου για μια πραγματική κι απρόσκοπτη ανθρώπινη ελευθερία.
Ο φασισμός στις μέρες μας φανερώνεται με δυο μορφές. Ή προκλητικός, με το πρόσχημα αντιδράσεως σε πολιτικά ή κοινωνικά γεγονότα που δεν ευνοούν την περίπτωσή τους ή παθητικός μες στον οποίο κυριαρχεί ο φόβος για ό,τι συμβαίνει γύρω μας. Ανοχή και παθητικότητα λοιπόν. Κι έτσι εδραιώνεται η πρόκληση. Με την ανοχή των πολλών. Προτιμότερο αργός και σιωπηλός θάνατος από την αντίδραση του ζωντανού και ευαίσθητου οργανισμού που περιέχουμε.
Το φάντασμα του κτήνους παρουσιάζεται ιδιαιτέρως έντονα στους νέους. Εκεί επιδρά και το marketing. Η επιρροή από τα ΜΜΕ ενός τρόπου ζωής που ευνοεί το εμπόριο. Κι όπως η εμπορία ναρκωτικών ευνοεί τη διάδοσή τους στους νέους, έτσι και η μουσική, οι ιδέες, ο χορός και όσα σχετίζονται με τον τρόπο ζωής τους έχουν δημιουργήσει βιομηχανία και τεράστια κι αφάνταστα οικονομικά ενδιαφέρονται.
Και μη βρίσκοντας αντίσταση από μια στέρεη παιδεία όλα αυτά δημιουργούν ένα κατάλληλο έδαφος για να ανθίσει ο εγωκεντρισμός η εγωπάθεια, η κενότητα και φυσικά κάθε κτηνώδες ένστιχτο στο εσωτερικό τους. Προσέξτε το χορό τους με τις ομοιόμορφες στρατιωτικές κινήσεις, μακρά από κάθε διάθεση επαφής και επικοινωνίας. Το τραγούδι τους με τις συνθηματικές επαναλαμβανόμενες λέξεις, η απουσία του βιβλίου και της σκέψης από τη συμπεριφορά τους και ο στόχος για μια άνετη σταδιοδρομία κέρδους και εύκολης επιτυχίας.
Βιώνουμε μέρα με τη μέρα περισσότερο το τμήμα του εαυτού μας – που ή φοβάται ή δεν σκέφτεται, επιδιώκοντας όσο γίνεται περισσότερα οφέλη. Ώσπου να βρεθεί ο κατάλληλος «αρχηγός» που θα ηγηθεί αυτό το κατάπτυστο περιεχόμενό μας. Και τότε θα 'ναι αργά για ν' αντιδράσουμε. Ο νεοναζισμός είμαστε εσείς κι εμείς – όπως στη γνωστή παράσταση του Πιραντέλο. Είμαστε εσείς, εμείς και τα παιδιά μας. Δεχόμαστε να 'μαστε απάνθρωποι μπρος στους φορείς του AIDS, από άγνοια αλλά και τόσο «ανθρώπινοι» και συγκαταβατικοί μπροστά στα ανθρωποειδή ερπετά του φασισμού, πάλι από άγνοια, αλλά κι από φόβο κι από συνήθεια.
Και το Κακό ελλοχεύει χωρίς προφύλαξη, χωρίς ντροπή. Ο νεοναζισμός δεν είναι θεωρία, σκέψη και αναρχία. Είναι μια παράσταση. Εσείς κι εμείς. Και πρωταγωνιστεί ο Θάνατος».

http://www.youtube.com/watch?v=DdVYN8k_qgc

30/5/13

Προαγωγικές εξετάσεις Β΄ Λυκείου, στη Φυσική γενικής παιδείας.

Εδώ  θα  βρείτε  θέματα  και  απαντήσεις  της  εξέτασης  της  30/5/2013,  στο  Γενικό  Λύκειο  Ανατολής.
Και  ένα  ερώτημα.  Στο  3ο  ζήτημα.  Αν  υποθέσουμε  ότι  οι  σφαίρες  που  συγκρούονται  είχαν  η  καθεμία  ηλεκτρικό  φορτίο  1μC,  πώς  πιστεύετε  πως  θα  έπρεπε  να  τροποποιηθούν  οι  απαντήσεις  σας  στα ερωτήματα  Β  και  Γ  του  ζητήματος ;  Πολύ  θα  ήθελα  να  δω  τις  απαντήσεις  σας...

25/3/13

Με την ευκαιρία της ημέρας...

Χρόνια πολλά σε όλους.
Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύθηκε στο Βημαgazino την 14/12/2008.  Έχει τίτλο : "Γιατί ζω με τύψεις". Νομίζω ταιριάζει με τη σημερινή μέρα. Λυπάμαι που δεν γνωρίζω το όνομα του γράφοντα.

Γιατί ζω με τύψεις


Π λησίαζαν τα Χριστούγεννα του 1947. ΄Ηταν σχεδόν κανόνας: εδώ στα
σύνορα, σε αυτό το ξεχασμένο χωριό, ο χειμώνας ερχόταν πολύ
νωρίς. Του Αϊ-Νικόλα έπεφτε το πρώτο χιόνι κι ως τα Χριστούγεννα δυο-
τρεις φορές που θα χιόνιζε θα έφτανε το ένα μέτρο. Τον πατέρα τον είχαμε
χάσει δυο μήνες πριν από την απελευθέρωση. Ο πατέρας ήταν λοχίας,
από τους πρώτους στην Εθνική Αντίσταση, με μεγάλη πείρα στον
ανταρτοπόλεμο. Θυμόμουν ζωντανά εκείνο το βράδυ που κατέβηκε από
το βουνό. Δεν τον είχα γνωρίσει, βρώμικος, αξύριστος, κουρελής. Το πρωί
λίγο προτού φύγει ξανά με πήρε έξω και μου είπε: «Ο πόλεμος που
κάνουμε εναντίον των Γερμανών είναι για να φύγουν και να γυρίσουμε στα
σπίτια μας ελεύθεροι. Αν είναι της μοίρας γραφτό να σκοτωθώ σε κάποια
μάχη, εσύ θα είσαι ο προστάτης αυτής της οικογένειας». Και ας ήμουν τότε
μόλις επτά χρόνων. Σαν να το προαισθάνθηκε. Σκοτώθηκε σε μια μάχη με
τους Γερμανούς. ΄Ηταν μόλις 30 χρόνων. Και το πεντάχρονο αδελφάκι μου,
τον Κωστάκη, τον χάσαμε από την πείνα και τις αρρώστιες. Πέθανε
φωνάζοντας «πεινάω». Η απελευθέρωση μας βρήκε στο χωριό μας, μια
χήρα 27 ετών – με μαύρο φουστάνι μέχρι που πέθανε – και δυο ορφανά.
Π αραμονές Χριστουγέννων του ’47 λοιπόν. Σήμερα δεν είχαμε ούτε
τη μάνα μαζί μας. Την έστειλε εξορία το ελληνικό κράτος διότι ο
άνδρας της είχε σκοτωθεί αντάρτης. ΄Ημασταν πια εντελώς μόνοι.
Πεινασμένοι και ρακένδυτοι.. Από νωρίς την παραμονή άρχιζε να χιονίζει.
Η Σόφη, η αδελφή μου, έξι χρόνων, και εγώ τρια χρόνια μεγαλύτερος,
αρχίσαμε να λέμε τα κάλαντα, όπως όλα τα παιδάκια: «Παιδάκια που έχετε
γονείς, να ‘χαμε σαν και εσάς και εμείς, δώρα θα σας χαρίσουν, και θα σας
καλοκαρδίσουν». Μετά την απελευθέρωση κάθε σπίτι είχε το δικό του
Γολγοθά και τη δική του φτώχεια, έτσι σ’ εμάς τα παιδάκια που λέγαμε τα
κάλαντα ένα ξερό σύκο ή ένα ξυλοκέρατο (χαρούπι) το πολύ πολύ ένα
μανταρίνι, αυτή ήταν η αμοιβή μας. ΄Αρχισε να νυχτώνει. Το χιόνι να πέφτει
πιο πυκνό και η Σόφη να με παρακαλά: «Πάμε στο σπίτι, Στάθη, πάγωσα».
Η αλήθεια είναι ότι αντί για παπούτσια φορούσαμε τα τσαρούχια μας – μας
τα είχε ράψει η μάνα μας από γουρουνίσιο δέρμα – και είχαν πάρει χιόνια
μέσα και μας πάγωναν τα πόδια.
Β ρεγμένος ως το κόκαλο, που λένε, και ο Θεός να χιονίζει, να χιονίζει,
χωρίς σταματημό. Τα παιδάκια του χωριού που έλεγαν τα κάλαντα
μαζεύτηκαν στις οικογένειές τους. Εμείς σε ποιο σπίτι; Ούτε μάνα, ούτε
θέρμανση και τότε σκέφτηκα ότι θα ήταν καλύτερα να μπαίναμε σε μια
αχυρωσιά. Μες τα άχυρα θα ήταν πιο ζεστά. Στην πρώτη που βρήκαμε
μπροστά μας μπήκαμε μέσα. Ανοίγοντας μια μεγάλη τρύπα στ’ άχυρα,
μπήκαμε μέσα η Σόφη κι εγώ. «Στάθη, να πάρω ένα σύκο από το σακούλι
μας;» με ρώτησε η Σόφη. ΄Υστερα από λίγο μου είπε: «Κρυώνω , στάθη».
:Αγκάλιασα το αδύνατο κορμάκι της να ζεσταθεί και της έδωσα ακόμη ένα
σύκο. ΄Ετσι κάπως με πήρε ο ύπνος. Το πρωί, όταν ξύπνησα, είδα τη
Σόφη με μισοφαγωμένο το σύκο στο στόμα. Όταν προσπάθησα να την
ξυπνήσω δεν κουνήθηκε. Ηταν πια πολύ αργά. Πόσο ένοχα νιώθω από
τότε. Για τον άδικο χαμό της Σόφης ποιος έφταιξε; Εγώ;

8/2/13

Νίκος Ξυλούρης

Τριάντα τρία ακριβώς χρόνια πριν,  μια μέρα μια Παρασκευή,  όπως  σήμερα, ο  Αρχάγγελος  τση  Κρήτης,  σίγησε.  H  φωνή  του  και  το  ήθος  του,  λείπουν  πολύ  από  τότε.

Κάθε  φορά  που  ακούω  αυτή  την  υπέροχη  φωνή,  θυμάμαι  έντονα  δυο  στιγμές  της  ζωής  μου.

8/2/1981,  ημέρα  Κυριακή,  έναν  ακριβώς  χρόνο  μετά  το  θάνατό  του,  η  ΕΡΤ  (τότε  υπήρχε  μόνον  ΕΡΤ  και  ΥΕΝΕΔ),  προέβαλε  σε  επανάληψη  την  εκπομπή - αφιέρωμα  στον  μεγάλο  λυράρη,  του  Γιώργου  Παπαστεφάνου,  με  τίτλο  Μουσική  Βραδιά.  Θυμάμαι  τον  εαυτό  μου  μικρό  παιδάκι,  καθισμένο  σ'  ένα  καρεκλάκι,  σε  ένα  μικρό  σπίτι  στον  Πειραιά,  να  παρακολουθώ  την  εκπομπή.  Σιωπηλός.  Όλη  η  οικογένεια  μπροστά  στην  τηλεόραση,  σιωπηλή  και  αμίλητη. Θυμάμαι  ακόμα  και  τις  θέσεις  μας.  Πού  ήταν  ο πατέρας,  η  μάνα  μου  και  η  μικρούλα  αδερφή  μου.  Αλλά  κυρίως  θυμάμαι  αυτή  τη  σιωπή.  Όλοι  απορροφημένοι  από  τη  φωνή  του  Ξυλούρη.  Που  διακόπηκε  ξαφνικά,  για  να  ανακοινωθούν  από  τον  παρουσιαστή  της  ΕΡΤ  τα  δραματικά  γεγονότα  της  θύρας  7  στο  στάδιο  Καραϊσκάκη...

Φλεβάρης  του  2008.  Πατέρας  πια,  με  τη  μικρή  μου  κόρη  ήρεμη  στην   αγκαλιά  μου,  κάθομαι  μπροστά  στον  υπολογιστή  και  βάζω  στο  youtube  ένα  βίντεο  με  τον  Ξυλούρη.  Δεν  θυμάμαι  ποιο.  Και  ξαφνικά  η μικρή  (ούτε  πέντε  μηνών)  γυρίζει  το  κεφαλάκι  της  και  καρφώνει  το  βλέμμα  στην  οθόνη.  Μωρέ,  σκέφτομαι,  καλά  τον  φωνάζανε  "κλωσσού"  όπως  λέει  και  η  γυναίκα  του  η  κυρία  Ουρανία,  στα  "Τρία  Ποιήματα"  του  Σταύρου  Στρατηγάκου.